Ο Jon Prosser απάντησε επίσημα στην αγωγή της Apple για τη διαρροή του σχεδιασμού Liquid Glass, αρνούμενος ότι συμμετείχε σε οργανωμένο σχέδιο για την απόκτηση εταιρικών μυστικών. Στη νέα δικαστική κατάθεση, ο γνωστός YouTuber και leaker υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε πώς αποκτήθηκαν οι πληροφορίες και μεταφέρει την κύρια ευθύνη στον συγκατηγορούμενο Michael Ramacciotti.
Η υπόθεση αφορά τη διαρροή μιας development έκδοσης του iOS που αργότερα εξελίχθηκε στο iOS 26. Σύμφωνα με την καταγγελία της Apple, ο Ramacciotti είχε πρόσβαση στο σπίτι του τότε εργαζομένου της εταιρείας Ethan Lipnik και φέρεται να χρησιμοποίησε, χωρίς την άδειά του, το passcode μιας development συσκευής iPhone.
Η Apple ισχυρίζεται ότι στη συνέχεια ο Ramacciotti πραγματοποίησε FaceTime call με τον Prosser, δείχνοντάς του το μη ανακοινωμένο software. Ο Prosser αργότερα δημοσίευσε βίντεο με αναδημιουργημένες εκδοχές των αλλαγών στο interface και των νέων εφαρμογών.
Μετά την επίσημη παρουσίαση του iOS 26, η Apple κατέθεσε ομοσπονδιακή αγωγή εναντίον των Prosser και Ramacciotti, κατηγορώντας τους μεταξύ άλλων για κατάχρηση εμπορικών μυστικών και παραβίαση του Computer Fraud and Abuse Act.
Ο Prosser είχε αρχικά χάσει αρκετές προθεσμίες για να απαντήσει στην αγωγή, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να εκδώσει default εναντίον του. Αργότερα προσέλαβε δικηγόρο, συμφώνησε να παραδώσει το εκκρεμές discovery material και μαζί με την Apple ζήτησε την άρση του default, ώστε να συμμετάσχει κανονικά στη διαδικασία. Το αίτημα εγκρίθηκε από τον δικαστή James Donato.
Τι υποστηρίζει ο Prosser
Στη νέα απάντησή του, ο Prosser αρνείται ότι συμφώνησε εκ των προτέρων σε οποιοδήποτε σχέδιο για απόκτηση εταιρικών μυστικών της Apple. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν πλήρωσε τον Ramacciotti πριν από τη διαρροή και ότι οποιαδήποτε οικονομική συμφωνία έγινε μετά τη δημοσίευση του σχετικού περιεχομένου.
Ο Prosser παραδέχεται ότι συμμετείχε και κατέγραψε το FaceTime call στο οποίο παρουσιάστηκαν στοιχεία του μελλοντικού iOS 26. Υποστηρίζει όμως ότι δεν γνώριζε πως το iPhone ανήκε στον Lipnik και ότι δεν ήξερε με βεβαιότητα αν το software που έβλεπε ήταν πράγματι μη κυκλοφορημένο.
Σε ό,τι αφορά τα χρήματα, ο Prosser αναφέρει ότι μοιράστηκε μέρος των εσόδων από τις διαφημίσεις των YouTube videos με τον Ramacciotti, με στόχο να διατηρήσει αποκλειστική επικοινωνία μαζί του. Παράλληλα υποστηρίζει ότι διέκοψε την επαφή όταν έμαθε τον τρόπο με τον οποίο είχαν αποκτηθεί οι πληροφορίες.
Η υπερασπιστική γραμμή παρουσιάζει τα τρία σχετικά βίντεο ως δημοσιογραφική κάλυψη αποκλειστικών πληροφοριών και όχι ως συμμετοχή σε κλοπή εμπορικών μυστικών.
Ο Prosser υποστηρίζει επίσης ότι ο Ramacciotti ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την αποκάλυψη των πληροφοριών, εφόσον πράγματι επρόκειτο για προστατευμένα εμπορικά μυστικά, και ότι η πράξη του δεν έγινε κατόπιν παρότρυνσης από τον ίδιο.
Τι ζητά από το δικαστήριο
Η απάντηση αμφισβητεί και τη θέση της Apple ότι υπέστη οικονομική ζημιά, χαρακτηρίζοντας τις πιθανές απώλειες υποθετικές και υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία δεν έκανε όσα μπορούσε για να τις περιορίσει.
Ο Prosser ζητά την απόρριψη της αγωγής με τρόπο που θα εμποδίζει την Apple να καταθέσει ξανά τις ίδιες αξιώσεις, την κάλυψη των δικαστικών του εξόδων και jury trial για όλα τα ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν από ενόρκους.
Η υπόθεση πλέον μετατρέπεται σε άμεση σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών αφηγήσεων: η Apple υποστηρίζει ότι υπήρξε παράνομη απόκτηση και δημοσίευση εταιρικών μυστικών, ενώ ο Prosser επιμένει ότι λειτούργησε ως αποδέκτης πληροφορίας και ότι δεν συμμετείχε στον τρόπο με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε.
Το δικαστήριο θα πρέπει τώρα να κρίνει πόσο βάρος έχουν οι ισχυρισμοί κάθε πλευράς και αν η δημοσίευση των leaks μπορεί να διαχωριστεί νομικά από τον τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκαν.


